Αυτή η συγκριτική μετα-ανάλυση έδειξε ότι οι αγωνιστές υποδοχέα GLP-1 μειώνουν κατά κύριο λόγο τα αθηροσκληρωτικά συμβάντα (MI, ΑΕΕ), ενώ οι αναστολείς SGLT2 μειώνουν κυρίως τη νοσηλεία λόγω καρδιακής ανεπάρκειας και τα νεφρικά αποτελέσματα. Τα διακριτά προφίλ οφέλους υποστηρίζουν την εξατομικευμένη επιλογή φαρμάκου με βάση τις συνοσηρότητες κάθε ασθενούς.
Οι αγωνιστές υποδοχέα πεπτιδίου παρόμοιου με το γλυκαγόνο τύπου 1 (GLP1-RA) και οι αναστολείς του συμμεταφορέα νατρίου-γλυκόζης τύπου 2 (SGLT2i) έχουν αναδειχθεί ως δύο νέες κατηγορίες αντιυπεργλυκαιμικών παραγόντων που μειώνουν επίσης τον καρδιαγγειακό κίνδυνο. Το σχετικό όφελος σε ασθενείς με και χωρίς εγκατεστημένη αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο για διαφορετικά αποτελέσματα με αυτές τις κατηγορίες φαρμάκων παραμένει απροσδιόριστο.
Διεξαγάγαμε συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση σε επίπεδο μελέτης των μελετών καρδιαγγειακών αποτελεσμάτων για GLP1-RA και SGLT2i χρησιμοποιώντας τις βάσεις δεδομένων PubMed και EMBASE (Excerpta Medica Database). Τα πρωτεύοντα αποτελέσματα ήταν το σύνθετο τελικό σημείο εμφράγματος του μυοκαρδίου, εγκεφαλικού επεισοδίου και καρδιαγγειακού θανάτου (MACE)· η νοσηλεία λόγω καρδιακής ανεπάρκειας· και η εξέλιξη της νεφρικής νόσου.
Συνολικά συμπεριλήφθηκαν δεδομένα από 8 μελέτες και 77.242 ασθενείς, εκ των οποίων 42.920 (55,6%) σε μελέτες GLP1-RA και 34.322 (44,4%) σε μελέτες SGLT2i. Και οι δύο κατηγορίες φαρμάκων μείωσαν το MACE σε παρόμοιο βαθμό, με τα GLP1-RA να μειώνουν τον κίνδυνο κατά 12% (λόγος κινδύνου [HR], 0,88· ΔΕ 95%, 0,84-0,94· P<0,001) και τα SGLT2i κατά 11% (HR, 0,89· ΔΕ 95%, 0,83-0,96· P=0,001). Και για τις δύο κατηγορίες φαρμάκων, αυτή η θεραπευτική επίδραση περιοριζόταν σε μείωση 14% σε όσους είχαν εγκατεστημένη αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο (HR, 0,86· ΔΕ 95%, 0,80-0,93· P=0,002), ενώ δεν παρατηρήθηκε επίδραση σε ασθενείς χωρίς εγκατεστημένη αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο (HR, 1,01· ΔΕ 95%, 0,87-1,19· P=0,81· P αλληλεπίδρασης, 0,028). Τα SGLT2i μείωσαν τη νοσηλεία λόγω καρδιακής ανεπάρκειας κατά 31% (HR, 0,69· ΔΕ 95%, 0,61-0,79· P<0,001), ενώ τα GLP1-RA δεν είχαν σημαντική επίδραση (HR, 0,93· ΔΕ 95%, 0,83-1,04· P=0,20). Τόσο τα GLP1-RA (HR, 0,82· ΔΕ 95%, 0,75-0,89· P<0,001) όσο και τα SGLT2i (HR, 0,62· ΔΕ 95%, 0,58-0,67· P<0,001) μείωσαν τον κίνδυνο εξέλιξης της νεφρικής νόσου, συμπεριλαμβανομένης της μακρολευκωματινουρίας, αλλά μόνο τα SGLT2i μείωσαν τον κίνδυνο επιδείνωσης του εκτιμώμενου ρυθμού σπειραματικής διήθησης, νεφρικής νόσου τελικού σταδίου ή νεφρικού θανάτου (HR, 0,55· ΔΕ 95%, 0,48-0,64· P<0,001).
Στις μελέτες που έχουν αναφερθεί μέχρι σήμερα, τα GLP1-RA και τα SGLT2i μειώνουν το αθηροσκληρωτικό MACE σε παρόμοιο βαθμό σε ασθενείς με εγκατεστημένη αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο, ενώ τα SGLT2i έχουν πιο έντονη επίδραση στην πρόληψη της νοσηλείας λόγω καρδιακής ανεπάρκειας και της εξέλιξης της νεφρικής νόσου. Τα διακριτά κλινικά προφίλ οφέλους τους θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στη διαδικασία λήψης αποφάσεων κατά τη θεραπεία ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.