Αυτή η ανάλυση της μελέτης ODYSSEY OUTCOMES έδειξε ότι η alirocumab μείωσε τη θνησιμότητα από όλες τις αιτίες μετά από οξύ στεφανιαίο σύνδρομο, ιδίως σε ασθενείς με αρχική χοληστερόλη LDL ≥100 mg/dl. Αυτή ήταν η πρώτη μελέτη αναστολέα PCSK9 που έδειξε στατιστικά σημαντική μείωση της θνησιμότητας.
Προηγούμενες μελέτες αναστολέων PCSK9 (προπρωτεϊνική κονβερτάση σουβτιλισίνης/κεξίνης τύπου 9) έδειξαν μειώσεις στα σοβαρά ανεπιθύμητα καρδιαγγειακά συμβάντα, αλλά όχι στον θάνατο. Αξιολογήσαμε τις επιδράσεις της alirocumab στον θάνατο μετά το αρχικό οξύ στεφανιαίο σύνδρομο.
Η μελέτη ODYSSEY OUTCOMES (Evaluation of Cardiovascular Outcomes After an Acute Coronary Syndrome During Treatment With Alirocumab) ήταν μια διπλή-τυφλή, τυχαιοποιημένη σύγκριση alirocumab ή εικονικού φαρμάκου σε 18.924 ασθενείς που είχαν παρουσιάσει ACS 1 έως 12 μήνες νωρίτερα και αυξημένες αθηρογόνες λιποπρωτεΐνες παρά την εντατική θεραπεία με στατίνη. Η δόση της alirocumab τιτλοδοτήθηκε τυφλά ώστε να επιτευχθεί στοχευόμενη χοληστερόλη LDL (LDL-C) μεταξύ 25 και 50 mg/dl. Εξετάσαμε τις επιδράσεις της θεραπείας στον θάνατο από όλες τις αιτίες και τα επιμέρους στοιχεία του, καρδιαγγειακό και μη καρδιαγγειακό θάνατο, με δοκιμασία log-rank. Κοινά ημιπαραμετρικά μοντέλα εξέτασαν τις συσχετίσεις μεταξύ μη θανατηφόρων καρδιαγγειακών συμβάντων και καρδιαγγειακού ή μη καρδιαγγειακού θανάτου.
Η διάμεση παρακολούθηση ήταν 2,8 έτη. Θάνατος επήλθε σε 334 (3,5%) και 392 (4,1%) ασθενείς, αντίστοιχα, στις ομάδες alirocumab και εικονικού φαρμάκου (λόγος κινδύνου [HR], 0,85· ΔΕ 95%, 0,73 έως 0,98· P=0,03, ονομαστική τιμή P). Αυτό προέκυψε από μη σημαντικά λιγότερους καρδιαγγειακούς (240 [2,5%] έναντι 271 [2,9%]· HR, 0,88· ΔΕ 95%, 0,74 έως 1,05· P=0,15) και μη καρδιαγγειακούς (94 [1,0%] έναντι 121 [1,3%]· HR, 0,77· ΔΕ 95%, 0,59 έως 1,01· P=0,06) θανάτους με alirocumab. Σε μια προκαθορισμένη ανάλυση 8.242 ασθενών επιλέξιμων για παρακολούθηση ≥3 έτη, η alirocumab μείωσε τον θάνατο (HR, 0,78· ΔΕ 95%, 0,65 έως 0,94· P=0,01). Οι ασθενείς με μη θανατηφόρα καρδιαγγειακά συμβάντα διέτρεχαν αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακού και μη καρδιαγγειακού θανάτου (P<0,0001 για τις συσχετίσεις). Η alirocumab μείωσε τα συνολικά μη θανατηφόρα καρδιαγγειακά συμβάντα (P<0,001) και ενδέχεται έτσι να μείωσε τον αριθμό καρδιαγγειακών και μη καρδιαγγειακών θανάτων. Μια εκ των υστέρων ανάλυση διαπίστωσε ότι, σε σύγκριση με ασθενείς με χαμηλότερη LDL-C, οι ασθενείς με αρχική LDL-C ≥100 mg/dl (2,59 mmol/l) είχαν μεγαλύτερο απόλυτο κίνδυνο θανάτου και μεγαλύτερο όφελος θνησιμότητας από την alirocumab (HR, 0,71· ΔΕ 95%, 0,56 έως 0,90· P αλληλεπίδρασης=0,007). Στην ομάδα alirocumab, ο θάνατος από όλες τις αιτίες μειώθηκε με την επιτευχθείσα LDL-C στους 4 μήνες θεραπείας, σε επίπεδο περίπου 30 mg/dl (προσαρμοσμένη P=0,017 για γραμμική τάση).
Η alirocumab, προστιθέμενη στην εντατική θεραπεία με στατίνη, έχει τη δυνατότητα να μειώσει τον θάνατο μετά από οξύ στεφανιαίο σύνδρομο, ιδίως εάν η θεραπεία διατηρηθεί για ≥3 έτη, εάν η αρχική LDL-C είναι ≥100 mg/dl, ή εάν η επιτευχθείσα LDL-C είναι χαμηλή.