Η τελική αναφορά της SPRINT, συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης μετά τη μελέτη, επιβεβαίωσε το διαρκές όφελος του εντατικού ελέγχου της συστολικής αρτηριακής πίεσης (στόχος <120 mmHg) έναντι της τυπικής θεραπείας (στόχος <140 mmHg) στη μείωση των καρδιαγγειακών συμβάντων και της θνησιμότητας. Το διατηρούμενο όφελος μετά τη διακοπή της θεραπείας ενίσχυσε τα επιχειρήματα υπέρ επιθετικών στόχων αρτηριακής πίεσης.
Σε μια προηγουμένως αναφερθείσα τυχαιοποιημένη μελέτη τυπικού και εντατικού ελέγχου της συστολικής αρτηριακής πίεσης, τα δεδομένα για ορισμένα συμβάντα έκβασης δεν είχαν ακόμη κριθεί και τα δεδομένα παρακολούθησης μετά τη μελέτη δεν είχαν ακόμη συλλεχθεί.
Κατανείμαμε τυχαία 9361 συμμετέχοντες με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου αλλά χωρίς διαβήτη ή προηγούμενο εγκεφαλικό επεισόδιο σε στόχο εντατικής θεραπείας (συστολική αρτηριακή πίεση, <120 mm Hg) ή σε στόχο τυπικής θεραπείας (συστολική αρτηριακή πίεση, <140 mm Hg). Το πρωτεύον αποτέλεσμα ήταν ένα σύνθετο έμφραγμα του μυοκαρδίου, άλλα οξέα στεφανιαία σύνδρομα, εγκεφαλικό επεισόδιο, οξεία απορρυθμισμένη καρδιακή ανεπάρκεια, ή θάνατο από καρδιαγγειακές αιτίες. Πρόσθετα συμβάντα πρωτεύοντος αποτελέσματος που συνέβησαν έως το τέλος της περιόδου παρέμβασης (20 Αυγούστου 2015) κρίθηκαν μετά το κλείδωμα δεδομένων για την πρωτεύουσα ανάλυση. Αναλύσαμε επίσης παρατηρητικά δεδομένα παρακολούθησης μετά τη μελέτη έως τις 29 Ιουλίου 2016.
Σε διάμεση παρακολούθηση 3,33 ετών, το ποσοστό του πρωτεύοντος αποτελέσματος και η θνησιμότητα από κάθε αιτία κατά τη διάρκεια της μελέτης ήταν σημαντικά χαμηλότερα στην ομάδα εντατικής θεραπείας σε σύγκριση με την ομάδα τυπικής θεραπείας (ποσοστό πρωτεύοντος αποτελέσματος, 1,77% ετησίως έναντι 2,40% ετησίως· λόγος κινδύνου, 0,73· διάστημα εμπιστοσύνης [ΔΕ] 95%, 0,63 έως 0,86· θνησιμότητα από κάθε αιτία, 1,06% ετησίως έναντι 1,41% ετησίως· λόγος κινδύνου, 0,75· ΔΕ 95%, 0,61 έως 0,92). Σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα υπότασης, ηλεκτρολυτικών διαταραχών, οξείας νεφρικής βλάβης ή ανεπάρκειας, και συγκοπής ήταν σημαντικά συχνότερα στην ομάδα εντατικής θεραπείας. Όταν συνδυάστηκαν τα δεδομένα της μελέτης και της παρακολούθησης μετά τη μελέτη (συνολικά 3,88 έτη), παρόμοια πρότυπα διαπιστώθηκαν για το όφελος της θεραπείας και τα ανεπιθύμητα συμβάντα· ωστόσο, τα ποσοστά καρδιακής ανεπάρκειας δεν διέφεραν πλέον μεταξύ των ομάδων.
Μεταξύ ασθενών με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο, ο στόχος συστολικής αρτηριακής πίεσης κάτω από 120 mm Hg οδήγησε σε χαμηλότερα ποσοστά σοβαρών ανεπιθύμητων καρδιαγγειακών συμβάντων και χαμηλότερη θνησιμότητα από κάθε αιτία σε σύγκριση με τον στόχο συστολικής αρτηριακής πίεσης κάτω από 140 mm Hg, τόσο κατά τη διάρκεια λήψης της τυχαία κατανεμημένης θεραπείας όσο και μετά τη μελέτη. Τα ποσοστά ορισμένων ανεπιθύμητων συμβάντων ήταν υψηλότερα στην ομάδα εντατικής θεραπείας. (Χρηματοδοτήθηκε από τα National Institutes of Health· αριθμός ClinicalTrials.gov της SPRINT, NCT01206062.).