Αυτή η δοκιμή φάσης 3 κατέδειξε ότι η ενλισιτίδη, ένας από του στόματος αναστολέας PCSK9, μείωσε σημαντικά τη χοληστερόλη LDL σε ενήλικες με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία. Ένα καθημερινό από του στόματος δισκίο προσφέρει μια πρακτική εναλλακτική λύση έναντι των ενέσιμων θεραπειών μείωσης της PCSK9 για ασθενείς με γενετική υπερχοληστερολαιμία.
Να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα της δεκανοϊκής ενλισιτίδης (ενός από του στόματος αναστολέα της προπρωτεϊνικής κονβερτάσης σουβτιλισίνης/κεξίνης τύπου 9) έναντι εικονικού φαρμάκου σε ενήλικες με HeFH που χρειάζονται περαιτέρω μείωση των επιπέδων LDL-C παρά τη χρήση θεραπείας με στατίνη. ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ, ΠΛΑΙΣΙΟ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΕΣ: Αυτή η τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή φάσης 3 συμπεριέλαβε άτομα ηλικίας 18 ετών και άνω με HeFH που ελάμβαναν τη στιγμή εκείνη υπολιπιδαιμική θεραπεία (τουλάχιστον στατίνη μέτριας ή υψηλής έντασης) και είτε επίπεδο LDL-C ≥55 mg/dL και ιστορικό σημαντικής αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου, είτε επίπεδο LDL-C ≥70 mg/dL χωρίς ιστορικό σημαντικής αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου. Η δοκιμή διεξήχθη σε 59 κέντρα σε 17 χώρες· ο πρώτος συμμετέχων υποβλήθηκε σε προεπιλογή στις 8 Αυγούστου 2023, και η τελευταία επίσκεψη παρακολούθησης πραγματοποιήθηκε στις 7 Απριλίου 2025.
Οι συμμετέχοντες κατανεμήθηκαν τυχαία σε αναλογία 2:1 να λάβουν μία φορά ημερησίως, για 52 εβδομάδες, 20 mg ενλισιτίδης (n = 202) ή εικονικό φάρμακο (n = 101). ΚΥΡΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ: Το πρωτεύον αποτέλεσμα ήταν η μέση ποσοστιαία μεταβολή του επιπέδου LDL-C στην εβδομάδα 24. Τα δευτερεύοντα αποτελέσματα περιελάμβαναν τη μέση ποσοστιαία μεταβολή του επιπέδου LDL-C στην εβδομάδα 52, τη μέση ποσοστιαία μεταβολή στην εβδομάδα 24 των επιπέδων χοληστερόλης μη υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνης (μη HDL-C) και απολιποπρωτεΐνης Β, και τη διάμεση ποσοστιαία μεταβολή στην εβδομάδα 24 της λιποπρωτεΐνης(a).
Από τους 303 τυχαιοποιημένους συμμετέχοντες (μέση ηλικία, 52,4 [SD, 13,5] έτη· 51% γυναίκες), 293 (96,7%) ολοκλήρωσαν τη δοκιμή. Το μέσο επίπεδο LDL-C ήταν 119,0 mg/dL (SD, 41,0 mg/dL) στην έναρξη, όλοι ελάμβαναν στατίνη εκείνη τη στιγμή (το 81,5% ελάμβανε στατίνη υψηλής έντασης), και το 64,4% ελάμβανε εζετιμίμπη. Η μέση ποσοστιαία μεταβολή του επιπέδου LDL-C στην εβδομάδα 24 ήταν -58,2% στην ομάδα ενλισιτίδης έναντι 2,6% στην ομάδα εικονικού φαρμάκου (διαφορά μεταξύ ομάδων, -59,4% [ΔΕ 95%, -65,6% έως -53,2%]· P < 0,001). Η μέση ποσοστιαία μεταβολή του επιπέδου LDL-C στην εβδομάδα 52 ήταν -55,3% στην ομάδα ενλισιτίδης έναντι 8,7% στην ομάδα εικονικού φαρμάκου (διαφορά μεταξύ ομάδων, -61,5% [ΔΕ 95%, -69,4% έως -53,7%]· P < 0,001). Στην εβδομάδα 24, η μέση ποσοστιαία μεταβολή του επιπέδου μη HDL-C ήταν -52,3% στην ομάδα ενλισιτίδης έναντι 2,1% στην ομάδα εικονικού φαρμάκου (διαφορά μεταξύ ομάδων, -53,0% [ΔΕ 95%, -58,5% έως -47,4%]· P < 0,001), η μέση ποσοστιαία μεταβολή του επιπέδου απολιποπρωτεΐνης Β ήταν -48,2% έναντι 1,8%, αντίστοιχα (διαφορά μεταξύ ομάδων, -49,1% [ΔΕ 95%, -54,0% έως -44,3%]· P < 0,001), και η διάμεση ποσοστιαία μεταβολή του επιπέδου λιποπρωτεΐνης(a) ήταν -24,7% έναντι -1,6% (διαφορά μεταξύ ομάδων, -27,5% [ΔΕ 95%, -34,3% έως -20,6%]· P < 0,001). Η επίπτωση ανεπιθύμητων συμβάντων, σοβαρών ανεπιθύμητων συμβάντων και διακοπής της μελέτης λόγω ανεπιθύμητων συμβάντων ήταν παρόμοια μεταξύ των ομάδων.
Σε ενήλικες με HeFH, η θεραπεία με ενλισιτίδη ήταν καλά ανεκτή και μείωσε σημαντικά τα επίπεδα LDL-C, απολιποπρωτεΐνης Β, μη HDL-C, και λιποπρωτεΐνης(a).